~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
......................διαδικτυακή περιοδική έκδοση * με ειδήσεις * άρθρα για την Κύπρο * υπεύθ. σύνταξης: Πάνος Σ. Αϊβαλής * ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η Φωτό Μου
με τον δημοσιογράφο Πάνο Αϊβαλή
Oδοιπορικό στα παράλια της αλησμόνητης Μ. Ασίας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Σεφέρης και Κύπρος: τρία κείμενα και πέντε φωτογραφίες

  ΠΟΙΗΣΗ  

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ



Ανακαλύπτεις αίφνης έναν τόπο κι αυτός μοιραία γίνεται πατρίδα σου κι ας γεννήθηκες αλλού. Οι τόποι και οι άνθρωποι έχουν αυτή την απρόσμενη ιδιότητα, να κυριαρχούν στο μέσα κόσμο, να τον κατακυριεύουν. Κι εσύ θέλοντας και μην αφήνεσαι να υποταχτείς στη θέληση που δέχεσαι να σου επιβληθεί, όπως ακριβώς συνέβη και με τον Γιώργο Σεφέρη, δύο φορές στη ζωή του, τη μια με τη Μαρώ και την άλλη με την Κύπρο.

«Στον κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και αγάπη», έγραψε ως αφιέρωση στο «Κύπρον ου μ' εθέσπισεν (οικείον Απόλλων)», που σημαίνει «στην Κύπρο όπου μ' έταξε να κατοικώ ο Απόλλων». Οι στίχοι από την «Ελένη» του Ευριπίδη έγιναν για τον Σεφέρη μότο για μια σχέση που άρχισε πριν ακόμα γνωρίσει το σώμα του νησιού.

Ο Άγιος Ιλαρίωνας στην οροσειρά του Πενταδαχτύλου

«Ηδη από το 1931, όταν υπηρετούσε ως πρόξενος στο Λονδίνο, έγραφε στην αδελφή του Ιωάννα Τσάτσου να του στείλει πληροφορίες για την επανάσταση στο νησί. Η άμεση επαφή του ξεκίνησε όμως το φθινόπωρο του 1953 όταν πήγε από τη Βηρυτό, όπου υπηρετούσε ως πρέσβης, στην Κύπρο για διακοπές που κράτησαν ένα περίπου μήνα», λέει ο Γιώργος Γεωργής, πρώην πρέσβης της Κύπρου στην Αθήνα και αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου.
«Αυτή η πρώτη επαφή είχε καταλυτική σημασία γι' αυτόν, γιατί από τότε ουσιαστικά θα αφοσιωθεί στο νησί. Αλλωστε ο ίδιος έγραφε ότι μόνο σε δυο πράγματα είχε αφοσιωθεί στη ζωή του, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Κύπρο», συνεχίζει ο Γεωργής.
Τα κυπριακά ποιήματα περιλαμβάνονται στη συλλογή «Κύπρον ου μ' εθέσπισεν», που κυκλοφόρησε μετά τις τρεις επισκέψεις του στην Κύπρο, το 1955 από τον «Ικαρο». Οι στίχοι διά στόματος Τεύκρου δένουν με τη διάθεση του Σεφέρη, που μέχρι το 1953 θεωρούσε τον εαυτό του πρόσφυγα ταξιδιώτη. Ως έναν που φορούσε την περσόνα του Οδυσσέα. Οταν όμως έφτασε στην Κύπρο ένιωσε ως νέος Τεύκρος, βρήκε στο νησί νέα πατρίδα, μετά τη Σμύρνη.

Αγία Νάπα


Και γι' αυτή την πατρίδα μίλησε και έτσι: «Τ' αηδόνια δεν σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες./Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,/συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους/στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές/αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν./Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη/βήματα και χειρονομίες· δε θα τολμούσα να πω φιλήματα·/και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας...».


«Ο Σεφέρης είχε μια μανία να γυρίζει τα χωριά μας με τον Ευάγγελο Λοΐζο, που τον φιλοξενούσε στην Αμμόχωστο "σ' αυτό το σπίτι που πάει να γίνει φυτό", όπως έγραφε ο ίδιος. Ταξίδευε στα χωριά, έμπαινε στις εκκλησίες, πήγαινε σε ταβέρνες και καφενεία. Εχουμε χαρακτηριστικές περιγραφές και μέσα στο ημερολόγιό του, π.χ. όταν πήγε στο Παραλίμνι και τον σύστησαν στον καντηλανάφτη ως πρέσβη της Ελλάδας, αυτός είπε "α, ήρθε να μας φέρει την ένωσιν;"», επισημαίνει ο Γεωργής.

Ο ναός του Απόλλωνα Υλάτη στο Κούριο

Είναι η περίοδος που στην Κύπρο προετοιμάζεται ο αγώνας, υπάρχει εθνική ανάταση, ο Σεφέρης συλλαμβάνει το κλίμα και γι' αυτό στη Σαλαμίνα λέει π.χ. για τους Αγγλους «Φίλοι του άλλου πολέμου, σας συλλογίζομαι...». Οι υπαινιγμοί του είναι συνεχείς, άλλωστε τότε φωτογραφίζει σ' έναν τοίχο το περίφημο σύνθημα «Την ένωσιν θέλωμεν κι ας τρώγωμεν πέτρες».

Τον Φεβρουάριο του 2000, στο διεθνές συνέδριο για τον Γιώργο Σεφέρη που έγινε στις Πλάτρες, ο Γιώργος Γεωργής μιλώντας για τον πολιτικό Σεφέρη, αναφέρθηκε και στην πρόθεση των Αγγλων να επιστρέψουν μετά τον Πόλεμο τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στη σύμμαχο Ελλάδα, αντιθέτως ο αντιβασιλέας και αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ζήτησε την ένωση με την Κύπρο.

«Οντως έτσι είχε συμβεί. Ο Σεφέρης, ως διευθυντής του γραφείου του Δαμασκηνού, τον συνόδευσε στο Λονδίνο και τον υποκίνησε να διεκδικήσει την Κύπρο. Ο τελευταίος δήλωσε προς τους Αγγλους επισήμους ότι δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα χωρίς την Κύπρο. "Είναι ο μόνος τρόπος" τους είπε "αν θέλετε αντιμετωπίσουμε επιτυχώς τους αριστερούς". Πίσω από την πρόταση κρυβόταν ο Σεφέρης, ο οποίος κατά τα άλλα ήταν ένας προοδευτικός αστός και δεν είχε σχέση με την παραδοσιακή φιλοβασιλική αριστοκρατία του υπουργείου Εξωτερικών», λέει ο Γεωργής.

Σημειώστε πως οι Αγγλοι μάς είχαν προσφέρει άλλη μια φορά την Κύπρο, το 1915, εφόσον μπαίναμε στο πλευρό τους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Φυσικά η υπόσχεση δεν τηρήθηκε ποτέ.

Ο Σεφέρης επέστρεψε ξανά στο νησί το 1954 και το 1955, έγραψε κι άλλα ποιήματα, ενώ σημείωνε στο ημερολόγιό του τις εντυπώσεις του. Τον εντυπωσίαζε η απλότητα του κόσμου και παραλλήλιζε ακριβώς αυτό τον κόσμο με τους αγρότες της περιοχής της Σμύρνης ή μάλλον με τον κόσμο των Βουρλών, δηλαδή της περιοχής όπου περνούσε τα καλοκαίρια του στο κτήμα της γιαγιάς του, που προερχόταν από την οικογένεια Τενεκίδη.

Σεισμόπληκτα παιδάκια στη Μονή Κύκκου

Η προτελευταία επίσκεψη, το 1955, του ποιητή στο νησί έγινε παρά τη δυσαρέσκεια του υπουργείου Εξωτερικών. Λέει ο Γεωργής: «Το υπουργείο δεν θα ήθελε να προκαλέσει την αγγλική διοίκηση της Κύπρου. Ο ίδιος ο Σεφέρης βέβαια έγραφε πως όλα αυτά αποτελούσαν υπερβολική έκφραση ευαισθησίας των υπηρεσιακών παραγόντων της ελληνικής διπλωματίας. Βεβαίως οι Αγγλοι τον παρακολουθούσαν. Οταν διορίστηκε το 1957 πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο, η βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα έστειλε μια αναφορά όπου έγραφε πως ο νέος πρέσβης είναι "πολύ ενωτικός και ολίγον βαρήκοος". Ο Σεφέρης ωστόσο στάθηκε και υποστήριξε την Κύπρο και από το πόστο του Λονδίνου και διαφώνησε έντονα και επί της ουσίας με τις προετοιμασίες για λύση του Κυπριακού, όταν πληροφορήθηκε από τον Αβέρωφ την αποδοχή του σχεδίου λύσης που πρότεινε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ζορλού. Εστειλε στον Αβέρωφ μια επιστολή στην οποία έγραφε πως με παρόμοια λύση η Τουρκία κάποτε θα έμπαινε στην Κύπρο. Αποδείχτηκε προφητικός σ' αυτές του τις επισημάνσεις».

Η τελευταία επίσκεψη του ποιητή στο νησί διήρκεσε μόνο μια μέρα, το 1970, ένα χρόνο πριν πεθάνει. Στη διάρκεια μιας κρουαζιέρας, το πλοίο έπιασε στην Αμμόχωστο κι αυτός βρήκε την ευκαιρία να επισκεφθεί την Αγία Νάπα.

Μια ακόμα χαρακτηριστική λεπτομέρεια, μοιραία αν θέλετε, σηματοδοτείται από τη συνάντηση του Σεφέρη στην Κύπρο με τον Λόρενς Ντάρελ. Οι δυο τους είχαν γίνει φίλοι προπολεμικά, όταν ο Ντάρελ ζούσε στην Ελλάδα και είχε μπει στον κύκλο του Γιώργου Κατσίμπαλη. Ο Αγγλος συγγραφέας πήγε στην Κύπρο μετά το τέλος του Πολέμου, γύρω στα 1950, εγκαταστάθηκε στο Μπέλα Παΐς, όπου δίδασκε αγγλική φιλολογία στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, επί της ουσίας ωστόσο δούλευε για τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας του. Ο Σεφέρης εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον Ντάρελ, ενοχλημένος προφανώς από το γεγονός πως ο πρώην συμπολεμιστής, που εμφανιζόταν και ως φιλειρηνιστής, είχε αναλάβει την προπαγάνδα της αγγλικής κυβέρνησης εναντίον του αγώνα των Κυπρίων. Τον συνάντησε μια φορά το 1953 και στη συνέχεια έγραψε το ποίημά του «Στα περίχωρα της Κυρήνειας», όπου αφήνει αιχμές για τον Ντάρελ, τις οποίες προφανώς ο τελευταίος αντιλήφθηκε όταν δημοσιεύθηκε το ποίημα το 1955.

Και πώς ήταν δυνατόν να μην τις αντιληφθεί. Να οι στίχοι: «Γνωρίσατε τον ποιητή,/ή κάτι τέτοιο, που έμενε τον περασμένο μήνα εδώ;/Το αίσθημα τ' ονομάζει παλίμψηστη λιβιδώ·/πάρα πολύ ασυνήθιστος· τι θέλει/να πει, δεν το ξέρει κανείς· κυνικός και φιλέλλην./Σώστροφος σνομπ./Κάποτε αστείος· τώρα είναι στα λουτρά./Στην Ιταλία καθώς άκουσα./Ναι, κάποιο "σπα"./Λέει πως ωφελούν την αφροδίσια ρώμη».

Ο Ντάρελ έφυγε οριστικά το 1956 από την Κύπρο. Είχε γράψει μια ποιητική συλλογή, το «Τεμπελόδεντρο», για το δέντρο στην πλατεία του Μπέλα Παΐς, όπως έγραψε κι ένα βιβλίο ανάμεσα στο ταξιδιωτικό και στο μυθιστόρημα, τα «Πικρολέμονα», όπου καταθέτει τις εμπειρίες του για τον κυπριακό αγώνα και τον κυπριακό λαό. Πρόκειται για βιβλίο που εξόργισε τον φίλο και συνεργάτη του Σεφέρη, Ρόδη Ρούφο, ο οποίος σε απάντηση ακριβώς έγραψε το μυθστόρημά του «Χάλκινη εποχή». Οσο για τον Κύπριο ποιητή Κώστα Μόντη, έγραψε τις «Κλειστές πόρτες», επίσης ως απάντηση στον Ντάρελ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Του ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ


ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ μου στην Κύπρο, μετά τις κινηματογραφικές σπουδές μου στο Λονδίνο, προς τα τέλη του 1961, αποφάσισα να γυρίσω σε ταινία τα ποιήματα «Σαλαμίνα της Κύπρος» και «Ελένη», από τη συλλογή «Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν» του Γιώργου Σεφέρη, από τους αγαπημένους μου ποιητές μαζί με τον Τ. Σ. Ελιοτ.
Για να προχωρήσω όμως ήθελα να έχω την έγκριση του ίδιου του Σεφέρη. Υστερα από τη μεσολάβηση ενός πολύ στενού φίλου, από τη φοιτητική παρέα στη διάρκεια των σπουδών μου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, ο Λέων Καραπαναγιώτης του «Βήματος» κανόνισε συνάντησή μου με τον Σεφέρη στο γνωστό ζαχαροπλαστείο του Ζαχαράτου, στο Σύνταγμα. Η πολύ φιλική, σχεδόν πατρική θα έλεγα, στάση του Σεφέρη, από την πρώτη στιγμή, με έκανε να ξεπεράσω το τρακ που είχα, όταν βρέθηκα μπροστά από τον ποιητή που θαύμαζα.

Καθίσαμε εκεί, για μιάμιση ώρα περίπου, με τον Σεφέρη να με ρωτά για τις σπουδές μου, για τα ποιήματά μου (του είχα ήδη στείλει ταχυδρομικά την πρώτη μου ποιητική συλλογή), για την περίοδο της φυλάκισής μου στην Κύπρο και για την τότε κατάσταση στο νησί. Μου είπε μάλιστα πως το μόνο πράγμα που τον έκανε να λυπάται ιδιαίτερα ήταν πως δεν κατάφερε, ως πρεσβευτής τότε της Ελλάδας στο Λονδίνο, να πετύχει μια καλύτερη λύση από εκείνη του Λονδίνου-Ζυρίχης, την οποία θεωρούσε επικίνδυνη για το νησί.

Ίσως η σημαντικότερη φωτογραφία που τράβηξε ο Σεφέρης στην Κύπρο (Άλωνα).
"Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες".
Ο πόθος για Ένωση με τον εθνικό κορμό έμελλε να δώσει 
σάρκα και οστά στον μεγάλο Αγώνα του 55 - 59 που ακολούθησε.

Ο Σεφέρης πρότεινε να ξανασυναντηθούμε στο σπίτι του, στο Παγκράτι, ύστερα από μερικές μέρες. Φτάνοντας στο σπίτι, με υποδέχτηκε ο ίδιος ο Σεφέρης, μου σύστησε τη γυναίκα του και περάσαμε στο σαλόνι, που ήταν γεμάτο με διάφορα μεγάλα κασόνια, άλλα κλειστά και άλλα μισανοιγμένα, που, όπως μου εξήγησε, περιείχαν τα βιβλία του από το Λονδίνο, απ' όπου μόλις είχε επιστρέψει, έχοντας βγει σε σύνταξη. Το μεγαλύτερο μέρος της κουβέντας μας στράφηκε γύρω από την ταινία «Η δίκη» του Ορσον Ουέλς. Στη συνέχεια ο ίδιος μού ανέπτυξε με λεπτομέρεια τη δική του, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, άποψη για το βιβλίο του Κάφκα.

Κάποια στιγμή του ζήτησα να απαγγείλει ο ίδιος τα ποιήματα για την ηχητική πλευρά της ταινίας, εκείνος όμως μου εξήγησε πως αν το έκανε θα θεωρούσαν ότι ο ίδιος μού είχε αναθέσει να γυρίσω την ταινία, κάτι που δεν ήθελε. «Ασε με να το σκεφτώ», μου είπε, «και θα σου γράψω». Σχετικά με την έκδοση του 1955, όλων των ποιημάτων του, τα οποία, όπως του είπα, είχα αγοράσει στην Κύπρο, μου ανέφερε χαρακτηριστικά, πως ήμουν ο 51ος πρώτος μιας και, σύμφωνα με τον «Ικαρο», μόνο 50 αντίτυπα είχαν πουληθεί! Πριν χωρίσουμε, συμφωνήσαμε να επιστρέψω στην Αθήνα όταν θα έχω γυρίσει αρκετό φιλμ για να δει πώς έβλεπα την κινηματογραφική ερμηνεία των δύο ποιημάτων του.

Μερικές μέρες αργότερα, αφού επέστρεψα στην Κύπρο, έλαβα ταχυδρομικά μια μαγνητοταινία από τον Σεφέρη, με τα δύο ποιήματα να διαβάζει ο φίλος του ποιητή, Νίκος Γκάτσος. Τον Σεφέρη τον συνάντησα άλλες τρεις φορές, τις δύο για να του δείξω σκηνές από τα γυρίσματα (η μία έγινε στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου και η δεύτερη σε αίθουσα του Βασιλικού Ιδρύματος), με τον Σεφέρη να ενδιαφέρεται για τις λεπτομέρειες των σκηνών και την τρίτη στο υπουργείο Προεδρίας μετά την προβολή της ταινίας, και βράβευσή της με το βραβείο των Ελλήνων κριτικών, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στα ενδιάμεσα και ενώ βρισκόμουν με υποτροφία στο Παρίσι (1963-1964), στον Σεφέρη απονεμήθηκε το Νόμπελ και η ταινία προβλήθηκε αρχικά στη Σορβόνη, ως μέρος αφιερώματος στον νομπελίστα ποιητή από τον μεταφραστή του, Ζακ Λακαριέρ, ενώ, στη συνέχεια, προθυμοποιήθηκε να προβάλει την ταινία στη Γαλλική Ταινιοθήκη ο Ανρί Λανγκλουά.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Γιώργος Σεφέρης αγαπούσε πολύ την Κύπρο.  Είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το νησί, την οποία εκδήλωνε με κάθε τρόπο, είτε μέσα από το έργο του, είτε στις επιστολές ή και στα λόγια του.  Σε ένα γράμμα που είχε γράψει στην αδελφή του τον Οκτώβρη του 1954, αναφέρει για το νησί : 

«…Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο. Ίσως γιατί βρίσκω εκεί πράγματα παλιά που ζουν ακόμη, ενώ έχουν χαθεί στην άλλη Ελλάδα… ίσως γιατί αισθάνομαι πως αυτός ο λαός έχει ανάγκη από όλη μας την αγάπη και όλη τη συμπαράστασή μας. Ένας πιστός λαός, πεισματάρικα και ήπια σταθερός. Για σκέψου πόσοι και πόσοι πέρασαν από πάνω τους: Σταυροφόροι, Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Εγγλέζοι - 900 χρόνια. Είναι αφάνταστο πόσο πιστοί στον εαυτό τους έμειναν και πόσο ασήμαντα ξέβαψαν οι διάφοροι αφεντάδες πάνω τους. Και τώρα γράφουν στους τοίχους των χωριών τους: "Θέλομεν την Ελλάδα μας κι ας τρώγομεν πέτρες…". Θα ήθελα οι νέοι μας να πήγαιναν στην Κύπρο. Θα έβλεπαν από εκεί πλατύτερο τον τόπο μας…».



ΠΗΓΗ

Όλες οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τα κείμενα τραβήχτηκαν από τον ίδιο τον Γιώργο Σεφέρη κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στο νησί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου